εφαπτίς

ἐφαπτίς, -ίδος, ἡ (Α) [εφάπτομαι]
1. στρατιωτικός επενδύτης, χλαίνη, μανδύας, πανωφόρι («πάντες οἱ προειρημένοι εἶχον πορφυρᾱς ἐφαπτίδας, πολλοὶ δὲ διαχρύσους», Πολ.)
2. μανδύας τής απεικόνισης τού αστερισμού τού Τοξότη
3. εβραϊκό ιερατικό ένδυμα
4. γυναικείο ένδυμα
5. επωμίδα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐφαπτίς — soldier s upper garment fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαπτίδα — ἐφαπτίς soldier s upper garment fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαπτίδας — ἐφαπτίς soldier s upper garment fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαπτίδες — ἐφαπτίς soldier s upper garment fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαπτίδι — ἐφαπτίς soldier s upper garment fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαπτίδος — ἐφαπτίς soldier s upper garment fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαπτίσι — ἐφαπτίς soldier s upper garment fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Chlamys — Hermes wearing a chlamys For the scallop genus, see Chlamys (bivalve). The beetle genus described as Chlamys is now Neochlamisus. The chlamys (Ancient Greek: χλαμύς, gen.: χλαμύδος; also known as the ephaptis [ἐφαπτίς]) was an ancient Greek piece …   Wikipedia

  • έφαμμα — ἔφαμμα, ατος, τὸ (Α) [εφάπτομαι] ἐφαπτίς*, είδος στρατιωτικού επενδύτη, πανωφοριού …   Dictionary of Greek

  • εφαπτώδης — ἐφαπτώδης, ες (Α) [εφαπτίς] αυτός που μοιάζει με εφαπτίδα* …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.